Ακόμη κι αν δεν βρεις οτι ζητάς
στην κόχη αυτή του απείρου
μην απορείς
"ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.’’

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

"Αλεξάνδρεια"



Ερημιά ψυχής

στους υγρούς τοίχους

σκοτεινής κάμαρας.

Πότε ξημερώνει άραγε;

Μάτια σφαλιχτά,

ψάχνω δυο τρεις σκιές

στο χτες

βελούδο κι αλάβαστρο

το χάδι

που τόσο πόθησα.

Αργεί να ξημερώσει άραγε;

Ξάφνου

το όνειρο εχάθει.

Κοιτώ στους τοίχους

σκιές τεθλιμμένων ονείρων,

μοναξιά ξεχασμένων ελπίδων.

Σφίγγει το στήθος

προκάρδιο άλγος

ανάσα θανάτου

…..ακούς τα βήματα;

είναι το μεγάλο ρολόι του τοίχου

που μετρά βασανιστικά

τα βήματα του χρόνου

ειδικά όταν

εσύ είσαι απών.


Αργεί να ξημερώσει άραγε;


Μικρός στεναγμός

γυρίζω πίσω,

μια ματιά μόνο

στο χτες

κι «αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια»

Εχάθει.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

Ίκαρος


Το χέρι έβαλε αντήλιο
κραυγή αετού υψώνει
απ του κελιού το έμπα.

Ο δρόμος καινός,
Απάτητος,
για μένα!


Αρκεί του Δαίδαλου
η πειθώ
τόση ορμή
να παύσει;

Τα χέρια ανοίγει
χάνεται στου απείρου
το γαλάζιο

Δρόμος καινός
Δρόμος απάτητος
για μένα!

Ήλιος γητευτής
Ήλιος οδηγός

Αρκεί του Δαίδαλου
η πειθώ
τόση ορμή
να παύσει;

πιο ψηλά!
πιο ψηλά!

Μονάχα εγώ κι ο Ήλιος!

Ελευθερία!

Μονάχα εγώ κι ο Ήλιος

Θάνατος!

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009

Πτήση στο φως


Η ψυχή λούζεται
στων άστρων την αλισάχνη.

Ο νους πορεύεται
σε φεγγερά περάσματα,
νεροσυρμές πλέριες φωτός.

Δίαυλος έρωτος
ολοπόρφυρος
ανοίγεται
στο πριν
στο μετά.

Ο στοχασμός
κυλάει εκεί
που το «είναι»
τολμά και πατάσσει
οιδιπόδεια πλάνη
στο χτες.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

Άφησα


Μια στάλα κόκκινο
άφησα
στην χούφτα σου
ατόφιο κόκκινο
γλυκιά σιωπή.

Χνούδι γαλάζιο
άφησα,
φέγγος ημέρας,
να στραφταλίζει
παίζοντας ,
μικρό παιδί.

Ρανίδα έρωτα
άφησα,
άστρο μαβί.
Σαν περπατάς
μονάχος σου
να σου φωτίζει
τη στράτα
που χάραξε
η Ζωή.

Κυριακή 24 Αυγούστου 2008

Επέστρεφε


“επέστρεφε συχνά και παίρνε με
αγαπημένη αίσθησις»

Διαρρηγνύω τον υμένα της ουτοπίας
ξεχωρίζω μέσα απ την αχλή
του ονείρου,
ρανίδα ηδονής,
ένωση σαρκική
απραγμάτωτη.

Η ανάσα καυτή
κοφτή
σχεδόν ασθματική
πάνω στο άυλο κορμί
κυλά
λεπτή γραφίδα
λόγου.

Καμιά φορά η λήθη
σκεπάζει μ άσπρο
κατάλευκο σχεδόν διάφανο
σάβανο,
αναστεναγμούς
ψευδαισθήσεις
οργασμούς νοητούς
την άβυσσο που βύθιζα την αύρα μου.

παρακαλώ σε….
μια λέξη μοναχά
δονεί ηδονικά
τον άνεμο
και φτερουγάει ανάμεσα μας.

παρακαλώ σε…

“επέστρεφε συχνά και παίρνε με
αγαπημένη αίσθησις»

Σάββατο 23 Αυγούστου 2008

Ύπνος


κοιμήθηκα
έναν ύπνο βαθύ
που έμοιαζε θάνατο.
Σ αντίκρισα
γυμνό
στιλπνό
μπροστά μου
ντυμένο την δροσιά της αυγής,
ντυμένο το άρωμα της νύχτας

τα μάτια βυθίζονταν στο σκοτάδι
δεν διέκρινα τίποτε

τα χέρια μόνο κυλούσαν
πάνω κάτω στις νεροσυρμές
του κορμιού

ολοένα απομακρυνόσουν
ονειρο αλλοτινό
φαντασιά παλιωμένη
σαν να είχε κυλήσει ολάκερος
ο χρόνος του κόσμου.

ξάφνου ανοίγω τα μάτια
αντικρίζω φως
μόνο φως.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2008

Το δείλι


Κοιτούσες με θαλασσινή ματιά
τα ρόδα σου το δείλι,
ένα ένα τα μικρά
μπουμπούκια
γέρναν στο χάδι
απ τα ακροδάχτυλα.

Ήταν θαρρείς ένας κόσμος σιωπηλός
που σε συντρόφευε
κάθε που η ζωή σε βύθιζε σε άβυσσο.

Η καρδιά σου άνοιγε παραθύρι ολάνθιστο
μ ευωδιές και χρώματα
χτυπούσε μ ευγνωμοσύνη
απ τα πέταλα των ρόδων
που άγγιζες.

Τα μάτια σου θαρρείς
έπαιρναν το χρώμα
του δειλινού
η ανάσα σου την ευωδιά της νύχτας,
έτσι που κοιτούσες τα μαβιά πέταλα
νύχτα με πανσέληνο.